ΕΛΙΑ & ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ

Ποιότητες ελαιολάδου

Τα βασικά κριτήρια αξιολόγησης του ελαιολάδου έχουν καθοριστεί από το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου (ΔΣΕ) και βασίζονται σε τρεις βασικούς παράγοντες:

1. Οξύτητα

Η οξύτητα είναι ένα από τα σημαντικότερα κριτήρια για τους επαγγελματίες, αλλά και τους απλούς καταναλωτές. Καθορίζει την ποιοτική κατάταξη, τη διαβάθμιση, αλλά και την τιμή του ελαιολάδου. Ο βαθμός οξύτητας του ελαιολάδου υποδηλώνει την περιεκτικότητα του προϊόντος σε ελαϊκό οξύ. Γενικώς, βρώσιμο ελαιόλαδο θεωρείται, με βάση της οδηγίες του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου, εκείνο που η οξύτητά του δεν ξεπερνά τους 3.3 βαθμούς (3.3%).

2. Οξείδωση

Είναι η λεγόμενη «τάγγιση» του ελαιολάδου, αλλοίωση σοβαρότατη, που συνδέεται κυρίως με τις ακατάλληλες συνθήκες στις οποίες εκτίθεται το λάδι μετά την εξαγωγή του από το ελαιοτριβείο (ακατάλληλα δοχεία αποθήκευσης, έκθεση στον ήλιο κλπ). Ο προσδιορισμός της οξείδωσης γίνεται με εργαστηριακές μετρήσεις και κυρίως με τη μέτρηση του αριθμού των υπεροξειδίων.

3. Οργανοληπτικά χαρακτηριστικά : Χρώμα – Οσμή – Γεύση

Το χρώμα του ελαιολάδου καθορίζεται κυρίως από τις χρωστικές ουσίες που επικρατούν στον καρπό, τη στιγμή της συγκομιδής του. Το ελαιόλαδο είναι πράσινο στην αρχή της περιόδου συγκομιδής, όταν προέρχεται από άγουρο ελαιόκαρπο, έχει κίτρινο προς χρυσό χρώμα όταν προέρχεται από ώριμο καρπό, ενώ όταν ο καρπός είναι υπερώριμος, το ελαιόλαδο που παράγεται έχει φαιό χρώμα. Η ευχάριστη οσμή και γεύση υποδηλώνουν ιδιαίτερα γνωρίσματα και μπορεί να οφείλονται στην περιοχή στην οποία καλλιεργήθηκαν τα ελαιόδενδρα, καθώς και στον τρόπο καλλιέργειάς τους. Η πικρή γεύση φανερώνει ότι ο ελαιόκαρπος μαζεύτηκε πριν ωριμάσει.

DSC_0463a1

Σύμφωνα με τον Κοινοτικό Κανονισμό 865/04 «σχετικά με την Κοινή Οργάνωση Αγοράς Ελαιολάδου και Επιτραπέζιων Ελιών» οι ποιοτικές κατηγορίες των ελαιολάδων και των πυρηνελαίων, που επιτρέπεται να διακινούνται και να πωλούνται ενδοκοινοτικά, είναι οι εξής:

1. Παρθένα Ελαιόλαδα: Λαμβάνονται από τον ελαιόκαρπο μόνο με μηχανικές μεθόδους ή άλλες φυσικές επεξεργασίες, με συνθήκες, που δεν προκαλούν αλλοίωση του ελαίου και τα οποία δεν έχουν υποστεί καμία άλλη επεξεργασία πλην της πλύσης, της μετάγγισης, της φυγοκέντρισης και της διήθησης. Τα έλαια αυτά κατατάσσονται και ταξινομούνται με τις ακόλουθες ονομασίες:

  •  Εξαιρετικό Παρθένο Ελαιόλαδο, του οποίου η οξύτητα δεν υπερβαίνει τα 0,8 g ανά 100 g (0,8%).
  • Παρθένο Ελαιόλαδο, η οξύτητα του οποίου δεν υπερβαίνει το 2,0%.
  • Ελαιόλαδο Λαμπάντε, του οποίου η οξύτητα είναι μεγαλύτερη του 2,0.

2. Εξευγενισμένο Ελαιόλαδο: Λαμβάνεται από τον εξευγενισμό παρθένων ελαιολάδων, η οξύτητα του οποίου δεν υπερβαίνει το 0,3 %.

3. Ελαιόλαδο αποτελούμενο από εξευγενισμένα και παρθένα ελαιόλαδα: Λαμβάνεται από ανάμειξη εξευγενισμένου ελαιολάδου και παρθένων ελαιολάδων (εκτός από το ελαιόλαδο λαμπάντε), με οξύτητα που δεν υπερβαίνει το 1,0%.

4. Ακατέργαστο Πυρηνέλαιο: Λαμβάνεται από τους πυρήνες της ελιάς, κατόπιν επεξεργασίας με διαλύτες ή με φυσικά μέσα.

5. Εξευγενισμένο Πυρηνέλαιο: Λαμβάνεται από τον εξευγενισμό του ακατέργαστου πυρηνελαίου, η οξύτητα του οποίου δεν υπερβαίνει το 0,3%.

6. Πυρηνέλαιο, που λαμβάνεται από ανάμειξη εξευγενισμένου πυρηνελαίου και παρθένων ελαιολάδων, εκτός από το ελαιόλαδο λαμπάντε, η οξύτητα του οποίου δεν υπερβαίνει το 1,0%.

​Στο άρθρο 4§2 και το παράρτημα I του Κανονισμού 865/04, αναφέρεται ότι στο στάδιο του λιανικού εμπορίου επιτρέπεται να διατίθενται μόνο τα ελαιόλαδα των παρακάτω ποιοτικών κατηγοριών:
• Εξαιρετικό Παρθένο Ελαιόλαδο
• Παρθένο Ελαιόλαδο
• Ελαιόλαδο – αποτελούμενο από εξευγενισμένα ελαιόλαδα και παρθένα ελαιόλαδα
• Πυρηνέλαιο

Τα σχόλια έχουν κλείσει.